Νέα

Προστασία της κύριας κατοικίας Ν.4638/19 (ΦΕΚ Α' 181/18-11-2019)


ΝΟΜΟΣ 4638/2019 (ΦΕΚ Α' 181/18-11-2019)

Άρθρο 6. Τροποποιήσεις του ν. 4605/2019 

1. Στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 68 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Την κατ’ άρθρο 72 αίτηση για την προστασία της κύριας κατοικίας δύναται να υποβάλει και ο διαμένων προσωρινά για επαγγελματικούς λόγους, σε μισθωμένο ή παραχωρημένο ακίνητο εκτός της Περιφερειακής Ενότητας στην οποία ευρίσκεται η κύρια κατοικία του. Στην περίπτωση αυτή ο αιτών οφείλει να προσκομίσει έγγραφα που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη επαγγελματικών λόγων που δικαιολογούν την προσωρινή διαμονή του εκτός της Περιφερειακής Ενότητας που ευρίσκεται η κύρια κατοικία του.»

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 68 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), τροποποιείται ως ακολούθως:
«2. Με το παρόν Μέρος, το φυσικό πρόσωπο, για το οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, μπορεί να ρυθμίσει οφειλές του από οποιαδήποτε αιτία προς πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και οφειλές του από στεγαστικό δάνειο προς εταιρίες παροχής πιστώσεων και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον για τις οφειλές αυτές έχει εγγραφεί, πριν την άσκηση της αίτησης του άρθρου 72, υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο, που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία του και οι οφειλές αυτές βρίσκονταν σε καθυστέρηση τουλάχιστον ενενήντα ημερών κατά την 31η Δεκεμβρίου 2018.»

3. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 70 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), τροποποιείται ως ακολούθως: «Για τον προσδιορισμό του καταβλητέου ποσού κατά το άρθρο 75, κρίσιμη είναι η αξία του ιδανικού του μεριδίου και, αν ο αιτών έχει επικαρπία ή ψιλή κυριότητα, το ήμισυ της αξίας της πλήρους κυριότητας. Σε περίπτωση μη συνυποβολής της αίτησης και από τους λοιπούς έχοντες ιδανικό μερίδιο επί της κατοικίας, για τον προσδιορισμό του καταβλητέου ποσού κατά το άρθρο 75, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της αξίας της προστατευόμενης κατοικίας, και εφόσον επιτευχθεί συναινετική ή δικαστική ρύθμιση από τον αιτούντα, επέρχονται τα αποτελέσματα του άρθρου 79 παράγραφος 1 για το σύνολο της προστατευόμενης κατοικίας. Στην περίπτωση αυτή, ο αιτών που ολοκλήρωσε τη ρύθμιση βάσει του άρθρου 81 έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών συγκυρίων.»

4. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 72 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), προστίθεται δεύτερο εδάφιο, ως εξής: «Σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων συγκύριων επί της κύριας κατοικίας, υποβάλλεται αίτηση από καθέναν εκ των συγκυρίων. Σε περίπτωση που ένας ή περισσότεροι εκ των συγκυριών δεν πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας της παραγράφου 1 του άρθρου 68 ή δεν υποβάλλουν αίτηση για οποιονδήποτε λόγο, για τον προσδιορισμό του καταβλητέου ποσού εφαρμόζεται το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 70.»

5. Η παράγραφος 3 του άρθρου 72 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), τροποποείται ως εξής:
«3. Αν υπάρχουν ελλείψεις ή σφάλματα της αίτησης, τα οποία δεν μπορούν να διορθωθούν με εισαγωγή των στοιχείων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, μπορεί η αίτηση να διαγραφεί και ακολούθως να επανυποβληθεί. Η προθεσμία επανυποβολής της αίτησης για τη διόρθωση ελλείψεων ή σφαλμάτων, είναι δεκαπέντε (15) ημέρες από την ενημέρωση του οφειλέτη από τον πιστωτή, σχετικά με την αναγκαιότητα διαγραφής και επανυποβολής της, η οποία ενημέρωση λαμβάνει χώρα εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την οριστική υποβολή της αίτησης. Μέχρι την επανυποβολή και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν των τριάντα ημερών από την οριστική υποβολή της αρχικής αίτησης εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 78.»

6. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 72 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), τροποποιείται η υποπερίπτωση η) και προστίθεται υποπερίπτωση θ) ως εξής:
«η) Δήλωση του αιτούντος, ότι: αα) δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση, που απέρριψε αίτησή του κατά το άρθρο 4 του ν. 3869/2010 (Α΄ 130) λόγω δόλιας περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμής ή λόγω ύπαρξης επαρκούς περιουσίας ή που εξαίρεσε την κύρια κατοικία του από τη ρευστοποίηση κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, ββ) οι οφειλές, των οποίων ζητεί τη ρύθμιση, δεν έχουν ρυθμιστεί σύμφωνα με τα άρθρα 99 επ. του ν. 3588/2007 (Α΄ 153), τα άρθρα 61 έως 67 του ν. 4307/2014 (Α΄ 246) ή τον ν. 4469/2017 (Α΄ 62), ούτε υπάρχει εκκρεμής αίτηση ρύθμισής τους κατά τις διατάξεις αυτές, γγ) εφόσον έχει συμπράξει πληρεξούσιος δικηγόρος κατά τη σύνταξη της αίτησης, αναφορά του ονόματος και του μητρώου του πληρεξούσιου δικηγόρου, χωρίς να είναι αναγκαίο αυτός να προσυπογράφει την αίτηση.
θ) Εφόσον επιθυμεί να συμβληθεί εγγυητής, πλήρη στοιχεία του προτεινόμενου ως εγγυητή (ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο και αριθμό φορολογικού μητρώου). Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και σε περίπτωση δήλωσης συγκυρίων.»

7. Η παράγραφος 5 του άρθρου 72 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), τροποποιείται ως ακολούθως:
«5. Η αίτηση συνυπογράφεται από τον σύζυγο, τα εξαρτώμενα μέλη του αιτούντος ή τους νομίμους αντιπροσώπους τους και τον τυχόν προτεινόμενο εγγυητή. Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, δεν απαιτείται η συνυπογραφή της αίτησης από τον σύζυγο, για δε τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 68 παράγραφος 1 λαμβάνεται υπόψη το ατομικό εισόδημα του αιτούντος, προσαυξημένο κατά τα ποσά που προβλέπονται για τα εξαρτώμενα μέλη που έχει στην επιμέλειά του ο αιτών. Η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης θα πρέπει να έχει δηλωθεί στη Φορολογική Διοίκηση πριν την υποβολή της αίτησης του άρθρου 72.»

8. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 72 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), τροποποιείται ως ακολούθως:
«Κατά την υποβολή της αίτησης ανακτώνται αυτόματα από τη βάση δεδομένων της φορολογικής διοίκησης για τον αιτούντα, τη σύζυγο, τα εξαρτώμενα μέλη και τον προτεινόμενο εγγυητή, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα:»

9. Το άρθρο 73 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), τροποποιείται ως εξής:
«Άρθρο 73
1. Πριν την οριστική υποβολή της αίτησης, η πλατφόρμα, με ειδική ένδειξη, ενημερώνει τον αιτούντα για την επιλεξιμότητά του ή μη. Αν, παρά την ένδειξη για μη επιλεξιμότητα, ο αιτών υποβάλλει οριστικά την αίτησή του, η πλατφόρμα εμποδίζει την περαιτέρω πρόοδο της διαδικασίας και εκδίδεται βεβαίωση περί απόρριψης της αίτησης.
2. Εάν ο οφειλέτης έχει περιλάβει στην αίτησή του δήλωση ότι για τη σύνταξή της συνέπραξε πληρεξούσιος δικηγόρος και δηλώσει τα στοιχεία αυτού, τότε, ανεξάρτητα εάν η αίτηση υπογράφεται ή μη από πληρεξούσιο δικηγόρο, εάν ο αιτών κριθεί επιλέξιμος, ο πληρεξούσιος δικηγόρος δικαιούται αμοιβής ύψους εκατόν είκοσι (120) ευρώ, η οποία προκαταβάλλεται από την πιστώτρια τράπεζα που είναι πρώτη στην υποθηκική τάξη επί της προς διάσωση κύριας κατοικίας, έναντι νόμιμου παραστατικού. Η αμοιβή αυτή καταλογίζεται στο ανεξόφλητο υπόλοιπο του προς ρύθμιση δανείου.»

10. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 74 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Σε περίπτωση ύπαρξης πολλών συγκυρίων, η αίτηση με τα συνοδευτικά έγγραφα προωθείται στους πιστωτές μετά τη συνυποβολή όλων, με την επιφύλαξη του αμέσως επόμενου εδαφίου. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει σχετική ένδειξη στην πλατφόρμα, αναφορικά με τους συγκυρίους που τη συνυποβάλλουν και ενημερώνεται σε περίπτωση μη συνυποβολής ενός η περισσοτέρων για οποιονδήποτε λόγο.»

11. Η παράγραφος 2 του άρθρου 74 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), τροποποιείται ως εξής:
«2. Μέσα σε έναν μήνα από την κοινοποίηση της αίτησης να υποβάλει ή σε δύο μήνες, σε περίπτωση συνυποβολής της αίτησης από συγκυρίους, κάθε πιστωτής μπορεί να υποβάλει πρόταση για ρύθμιση της απαίτησής του σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 75. Αν ο πιστωτής αρνηθεί την υποβολή πρότασης, ισχυριζόμενος ότι ο αιτών είναι μη επιλέξιμος, προσδιορίζει τον λόγο της μη επιλεξιμότητας και μεταφορτώνει το σχετικό αποδεικτικό έγγραφο, αν αυτό υπάρχει. Αν ο πιστωτής δεν αποδέχεται το πρόσωπο του προταθέντος εγγυητή, θα πρέπει να καταχωρήσει τον λόγο αυτόν στην πλατφόρμα το αργότερο εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή ο αιτών μπορεί να προτείνει νέο εγγυητή μόνο μία φορά, ενώ δε, ο πιστωτής υποβάλλει την πρόταση για τη ρύθμιση της απαίτησής του εντός συνολικής προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της αίτησης.»

12. Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 74 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι έννομες συνέπειες των οριζομένων στην παρούσα παράγραφο επεκτείνονται αυτοδίκαια και στον συμβαλλόμενο κατά το άρθρο 75 παράγραφος 2 του παρόντος νόμου εγγυητή.»

13. Η παράγραφος 11 του άρθρου 74 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52) τροποποιείται ως εξής:
«11. Κατά τη διαδικασία του παρόντος άρθρου, η εκπροσώπηση του αιτούντα ή κάθε συμμετέχοντος πιστωτή από δικηγόρο είναι προαιρετική. Εάν ο αιτών έχει δηλώσει στην αίτησή του ότι στη διαδικασία έχει συμπράξει πληρεξούσιος δικηγόρος, και επιτευχθεί ρύθμιση, η πιστώτρια Τράπεζα που είναι πρώτη στην υποθηκική τάξη προκαταβάλλει ως ελάχιστη δικηγορική αμοιβή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος το ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, έναντι νόμιμου παραστατικού. Η αμοιβή αυτή καταλογίζεται στο ανεξόφλητο υπόλοιπο του προς ρύθμιση δανείου.»

14. Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 75 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Εάν ο επιτοκιακός δείκτης του πρώτου εδαφίου είναι αρνητικός, για τον προσδιορισμό του επιτοκίου λαμβάνεται μηδενική τιμή.»

15. Η παράγραφος 3 του άρθρου 76 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52) τροποποιείται ως εξής:
«3. Για να συνεισφέρει το Δημόσιο, πρέπει να ρυθμιστούν, συναινετικά ή δικαστικά, όλες οι οφειλές που είναι επιδεκτικές ρύθμισης κατά τις παραγράφους 2 έως 6 του άρθρου 68 και το συμφωνηθέν σχέδιο ρύθμισης να είναι σύμφωνο με το άρθρο 75, εκτός εάν ρυθμίζονται ταυτόχρονα οφειλές συγκυρίων που είναι και συνοφειλέτες στην ίδια οφειλή, οπότε δύναται να προτείνεται ρύθμιση μικρότερη από το εκατόν είκοσι τοις εκατό (120%) της αξίας της πρώτης κατοικίας, έτσι ώστε να ισούται με το συνολικό ποσό της οφειλής.»

16. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος άρθρου αρχίζει από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς, κατά την ημερομηνία της δημοσίευσης, αιτήσεις.