Νόμοι / Εγκύκλιοι

ΣτΕ 302/2012 Σύμφωνα με το ν.δ. 118/1973 (Α΄ 202), φορολογούνται, μεταξύ άλλων, οι περιουσίες που αποκτώνται αιτία δωρεάς (άρθρο 1 παρ. 1), ορίζεται δε (άρθρο 34 παρ. 1 περ. β) ότι κτήση περιουσίας αιτία δωρεάς, για την επιβολή του φόρου, είναι και εκείνη


ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2010 με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Α.-Γ. Βώρος, Ι. Γράβαρης, Σύμβουλοι, Ι. Σύμπλης, Β. Μόσχου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 18 Απριλίου 2008 αίτηση:
της ................................, κατοίκου .................., η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Γιαννόπουλο (Α.Μ. 1365), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Αθανάσιο Τσιοκάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 692/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Ι. Γράβαρη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο


1. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 1920200/2008, σειράς Α΄, ειδικό γραμμάτιο παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 692/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση, που εκδόθηκε σε συνέχεια της 43/2006 αναιρετικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, έγινε δεκτή έφεση του Δημοσίου κατά της 12904/1994 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίσθηκε η τελευταία αυτή απόφαση, περαιτέρω δε, κατά μερική αποδοχή προσφυγής της αναιρεσείουσας, μεταρρυθμίσθηκε η 367/1992 πράξη καταλογισμού φόρου άτυπης δωρεάς, η οποία είχε εκδοθεί εις βάρος της από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Ψυχικού. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η προσφυγή και είχε ακυρωθεί η καταλογιστική πράξη.

3. Επειδή, σύμφωνα με το ν.δ. 118/1973 (Α΄ 202), φορολογούνται, μεταξύ άλλων, οι περιουσίες που αποκτώνται αιτία δωρεάς (άρθρο 1 παρ. 1), ορίζεται δε (άρθρο 34 παρ. 1 περ. β) ότι κτήση περιουσίας αιτία δωρεάς, για την επιβολή του φόρου, είναι και εκείνη που προέρχεται από κάθε παροχή, παραχώρηση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, έστω και αν δεν καταρτίσθηκε έγγραφο.

4. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο επίδικος φόρος επεβλήθη στην αναιρεσείουσα επί της αξίας μετοχών που η φορολογική αρχή θεώρησε ότι της είχε δωρήσει ατύπως ο σύζυγός της ........ ............. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλομένη έγιναν δεκτά τα εξής:

5. .........................

Με τα δεδομένα αυτά» - καταλήγει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση - «το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ένδικες 541.200 μετοχές της ανώνυμης εταιρείας «.................." δωρήθηκαν στην εφεσίβλητη από το σύζυγό της ...............................

Και με τις σκέψεις αυτές, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και απέρριψε την προσφυγή, ως προς τους αντίστοιχους ισχυρισμούς, προβαίνοντας μόνο περαιτέρω σε μερική αποδοχή των «επικουρικώς» προβληθέντων λόγων περί υπερβολικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας και του προσθέτου φόρου, και μεταρρυθμίζοντας, κατά τούτο, την καταλογιστική πράξη.


5. Επειδή, κατά τα προεκτεθέντα, ο βασικός ισχυρισμός που προέβαλε η αναιρεσείουσα αρνούμενη ότι της είχαν δωρηθεί οι ένδικες μετοχές τής εταιρείας ....................... ήταν πως, τόσον ο κατά τη φορολογική αρχή δωρητής σύζυγός της όσο και η ίδια, κατά το φαινόμενο μόνον είχαν παρουσιασθεί ως κύριοι των μετοχών αυτών, ενώ αυτές ανήκαν εξ αρχής στον εφοπλιστή ......................, ο οποίος στην πραγματικότητα ήταν εκείνος που είχε ιδρύσει, για τα συμφέροντά του, την πιο πάνω εταιρεία, χρησιμοποιώντας το σύζυγο της αιτούσας, ................, ως «παρένθετο πρόσωπο». Αυτός ο ισχυρισμός κρίθηκε ουσιώδης, κατά τ’ ανωτέρω, με την αναιρετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τη σκέψη ότι η εφαρμοσθείσα φορολογική διάταξη προϋποθέτει «αληθή» και όχι «κατά το φαινόμενο μόνον» απόκτηση περιουσιακών στοιχείων. Και αναιρέθηκε η προσβληθείσα τότε εφετειακή απόφαση γιατί δεν είχε «αξιολογήσει αιτιολογημένως» τα προσκομισθέντα σχετικώς από την αιτούσα αποδεικτικά στοιχεία, και, ειδικότερα, γιατί το διοικητικό εφετείο δεν είχε προβεί, όπως έπρεπε, σε «αναλυτική αξιολόγηση» των προμνημονευθέντων εγγράφων και της μαρτυρικής κατάθεσης ...................... «σε σχέση με τις συνθήκες επαναλειτουργίας της Τραπέζης............................. και τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί του «αληθούς μετόχου της .................... Τέτοια όμως «αναλυτικά αιτιολογημένη αξιολόγηση» όσων ισχυρίσθηκε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα δεν συνιστούν ούτε οι μετ’ αναίρεση αιτιολογίες τής αναιρεσιβαλλομένης ήδη αποφάσεως. Διότι, κατ’ αρχάς, από τις αιτιολογίες αυτές, όπως παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη, δεν προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξέτασε τον ουσιώδη ως άνω περί παρενθέτου προσώπου ισχυρισμό τής αιτούσας έχοντας αντιληφθεί ορθά το περιεχόμενό του. Πράγματι, η αιτιολογία του εφετείου κατά την οποία η μαρτυρία του ............................ ότι ο .............................. είχε ενεργήσει, όπως και ο ίδιος, ως παρένθετο πρόσωπο του ............................ για τη σύσταση της εταιρείας............................., δεν αποδείκνυε τον ισχυρισμό της αιτούσας, καθώς «ερχόταν σε αντίθεση με το καταστατικό» της εταιρείας, αποτελεί παραγνώριση της ουσίας του εν λόγω ισχυρισμού αφού, από τη φύση του πράγματος, το «παρένθετο πρόσωπο», αν είχε χρησιμοποιηθεί, θα ήταν ακριβώς για να μην εμφανισθεί η πραγματικότητα στο καταστατικό. Εν όψει δε και του δεδομένου αυτού, ούτε ο λόγος για τον οποίο εκτιμήθηκε αρνητικά η σχέση του ανωτέρω μάρτυρα με το σύζυγο της αιτούσας «ως συνιδρυτή της εταιρείας ...................... αναδεικνύεται, ούτε προκύπτει περαιτέρω, αναφορικά και με τα λοιπά εκτιμηθέντα αποδεικτικά μέσα, ότι το δικαστήριο προέβη, όπως θα έπρεπε, σε συνδυαστική αξιολόγησή τους ως στοιχείων που έτειναν από κοινού στην απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού, προκειμένου να μορφώσει εν τέλει την ουσιαστική του κρίση για την αλήθεια του ισχυρισμού αυτού (κρίση, η οποία, υπό την προϋπόθεση της προσήκουσας αιτιολόγησής της, θα ήταν, βεβαίως, καθ’ εαυτήν αναιρετικά ανέλεγκτη).

Ειδικότερα, ως προς το τελευταίο ως άνω σημείο, το διοικητικό εφετείο, αντί να προβεί σε αιτιολογημένη, κατά τ’ ανωτέρω, συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων της αιτούσας, εν όψει του βασικού της ισχυρισμού (ορθώς νοουμένου) και των επιχειρημάτων της, περιορίσθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, σε μεμονωμένη εξέταση καθενός από αυτά (όπως της παράδοσης των μετοχών της εταιρείας ...................... στον ..................., της παράδοσης στον ίδιο των βιβλίων της εταιρείας αυτής ή των μετοχών της Τράπεζας ..................της χρησιμοποιήσεως από αυτόν [και] άλλων «παρενθέτων προσώπων»), θεωρώντας απλώς, κάθε φορά, ότι «θα ήταν δυνατόν» να έχουν συμβεί άλλα - έναντι της εκδοχής της αιτούσας - περιστατικά (όπως να είχαν μεταβιβασθεί επ’ ανταλλάγματι και εν συνεχεία παραδοθεί οι μετοχές στον ..............κ.λπ.). Με τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη και πρέπει, ως εκ τούτου, να αναιρεθεί, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση. Παρέλκει δε, κατόπιν αυτού, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Διά ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την 692/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 2012.