Εργατικά / ΕΦΚΑ

Κοινοποίηση διατάξεων του ν. 4738/2020 (ΦΕΚ 207/τ. Α727-10-2020) όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4818/2021 (ΦΕΚ 124/τ. Α'/18-07-2021), και της υπ' αριθμ. 67360 ΕΞ 2021 (ΦΕΚ 2499/τ. Β'/10-06-2021) Κ.Υ.Α. - που αφορούν πολυμερείς συμβάσεις στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών.


ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΦΚΑ 44/2021


Με την παρούσα εγκύκλιο σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' «Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών», Μέρους Δεύτερου «Διαδικασίες πρόληψης αφερεγγυότητας» του Βιβλίου Πρώτου του ν. 4738/2020 (ΦΕΚ 207/τ. Α'/27- 10-2020) «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις» όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του ν. 4818/2021 (ΦΕΚ 124/τ. Α'/18-07-2021) «...γ) Διατάξεις για τη ρύθμιση οφειλών και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας-Τροποποιήσεις του ν. 4738/2020 και λοιπές διατάξεις...» και τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 67360 ΕΞ 2021/08.06.2021 (ΦΕΚ 2499/τ. Β'/10-06-2021) Κ.Υ.Α. «Ρύθμιση τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων της διαδικασίας διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού του Κεφαλαίου Α' του Μέρους Δευτέρου του Βιβλίου πρώτου ν. 4738/2020 (Α' 207)». Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών θεσπίστηκε για πρώτη φορά ως διαδικασία για την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους με την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4469/2017 (ΦΕΚ 62/τ. Α'/03-05-2017), και ολοκληρώθηκε την 30η Απριλίου 2020 κατόπιν παράτασης της ισχύος του.

Με τον ν. 4738/2020 αναμορφώνεται η διαδικασία και ο «Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών» καθιερώνεται σε μία πάγια διαδικασία πρόληψης και αποφυγής του κινδύνου αφερεγγυότητας του οφειλέτη. Η διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού αποσκοπεί στη χορήγηση ενός λειτουργικού περιβάλλοντος για την άμεση διαμόρφωση προτάσεων ρύθμισης αναδιάρθρωσης των οφειλών από τους χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης εκπροσωπούνται στην εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών από το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (Κ.Ε.Α.Ο.) του άρθρου 101 του ν. 4172/2013 (Α' 167).

1. Πεδίο εφαρμογής - Καλυπτόμενα πρόσωπα

Αίτηση για ρύθμιση οφειλών μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού δύναται να υποβάλει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα. Ειδικότερα, πτωχευτική ικανότητα έχουν τα φυσικά πρόσωπα καθώς επίσης και τα νομικά πρόσωπα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό. Η πτωχευτική ικανότητα μπορεί να αποδίδεται και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που δεν επιδιώκουν οικονομικό σκοπό, αλλά ασκούν οικονομική δραστηριότητα.

Δεν έχουν δικαίωμα υπαγωγής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών:
• οι πάροχοι επενδυτικών υπηρεσιών και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών που λειτουργούν στην Ελλάδα,
• οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και οι Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΟΕΕ), καθώς και οι διαχειριστές τους,
• τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα,
• οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις,
Δεν υπάγονται στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών οι απαιτήσεις από ανακτήσεις κρατικών ενισχύσεων λόγω παραβίασης της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 3 του ν.δ. 356/1974 (Α' 90), οι οφειλές από τελωνειακούς δασμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης
που αποτελούν έσοδο της και αποδίδονται στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, οφειλές προς αλλοδαπό Δημόσιο, καθώς και οφειλές υπέρ τρίτων.
Επίσης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να υποβάλλει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών εφόσον:
- το ενενήντα τοις εκατό (90%) τουλάχιστον των συνολικών οφειλών του σε χρηματοδοτικούς φορείς, στο Δημόσιο και στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης οφείλεται σε έναν χρηματοδοτικό φορέα,
- το σύνολο των οφειλών του προς τους χρηματοδοτικούς φορείς, Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης δεν υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000€),
- έχει υποβάλει αίτηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου για την επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης ή για την κήρυξη του σε πτώχευση ή για υπαγωγή στη διαδικασία του ν. 3588/2007 (Α' 153) ή του ν. 3869/2010 (Α' 130) ή του ν. 4605/2019 (Α' 52) ή του ν. 4469/2017 (Α' 62), εκτός εάν έχει υπάρξει έγκυρη παραίτηση του από τις εν λόγω διαδικασίες, μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών,
- έχει εκδοθεί οριστική απόφαση υπαγωγής σε μία από τις προαναφερόμενες διαδικασίες ή στη διαδικασία του άρθρου 68 του ν. 4307/2014, ή έχει συζητηθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου η αίτηση υπαγωγής του στις παραπάνω διαδικασίες και εκκρεμεί η έκδοση δικαστικής απόφασης ή δεν έχουν παρέλθει δεκαπέντε (15) τουλάχιστον μήνες από την απόφαση υπαγωγής ή δεν έχουν παρέλθει τουλάχιστον δώδεκα (12) μήνες από την με οποιοδήποτε τρόπο ολοκλήρωση της διαδικασίας του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, των κοινοποιούμενων διατάξεων (ν. 4738/2020),
- έχει τεθεί σε λύση ή εκκαθάριση,
- το φυσικό πρόσωπο έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση ή στην περίπτωση του νομικού προσώπου κάθε πρόσωπο που φέρει την ιδιότητα του προέδρου ή του διευθύνοντος συμβούλου ή του διαχειριστή ή του εταίρου, καθώς και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο από το νόμο στη διαχείριση του νομικού προσώπου ή από ιδιωτική βούληση ή με δικαστική απόφαση για ένα από τα ακόλουθα αδικήματα:
i. φοροδιαφυγή,
ii. νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, υπεξαίρεση, εκβίαση, πλαστογραφία, δωροδοκία, δωροληψία, λαθρεμπορία, καταδολίευση δανειστών, χρεοκοπία ή απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Επισημαίνεται ότι στην περίπτωση της απάτης αν ο παθών είναι το Δημόσιο ή Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης, αρκεί η καταδίκη σε βαθμό πλημμελήματος.
Στην περίπτωση του νομικού προσώπου η ποινική καταδίκη πρέπει να αφορά αξιόποινη πράξη που έλαβε χώρα στο πλαίσιο της δραστηριότητας του νομικού προσώπου που αιτείται την υπαγωγή του στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών.

2. Υπαγόμενες οφειλές

Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις ρυθμίζονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων, προστίμων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης. Κατ' εξαίρεση μπορούν να ρυθμιστούν ενήμερες ή εξυπηρετούμενες οφειλές προς το σύνολο των πιστωτών εφόσον ο οφειλέτης επικαλείται γεγονότα από τα οποία να προκύπτει η επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης λόγω μείωσης των εισοδημάτων του ή αύξησης των δαπανών του σε ποσοστό τουλάχιστον είκοσι τοις εκατό (20%).

Ο οφειλέτης με ενήμερες ή εξυπηρετούμενες οφειλές προς το σύνολο των πιστωτών του δικαιούται υπό όρους να υποβάλει αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών. Ως «εξυπηρετούμενες ή ενήμερες οφειλές» νοούνται οι οφειλές που παρουσιάζουν καθυστέρηση για χρονικό διάστημα μικρότερο των ενενήντα (90) ημερών ή η σχετική σύμβαση από την οποία απορρέουν δεν έχει καταγγελθεί και περιλαμβάνει ήδη ρυθμισμένες και εξυπηρετούμενες κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης οφειλές.

2.1 Προϋποθέσεις υποβολής αιτήματος από οφειλέτη με ενήμερες οφειλές

Οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων ο οφειλέτης με ενήμερες ή εξυπηρετούμενες οφειλές δύναται να υποβάλει αίτηση είναι οι εξής:
- Επίκληση γεγονότων από τα οποία προκύπτει επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του σε ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο του είκοσι τοις εκατό (20%). Με τον παρακάτω τύπο υπολογίζεται το ποσοστό επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη το οποίο προσδιορίζεται από τη συνολική μεταβολή του εισοδήματος και των δαπανών για την τρέχουσα περίοδο ως προς το εισόδημα για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα που λαμβάνεται ως βάση.

Μεταβολή Εισοδήματος Τρέχουσας Περιόδου - Μεταβολή Δαπανών Τρέχουσας Περιόδου Χ100
Εισόδημα Περιόδου Βάσης

Επεξηγήσεις εννοιών:
- Ως «τρέχουσα περίοδος» για τον προσδιορισμό της μεταβολής των εισοδημάτων και των δαπανών νοείται (εκτός των περιπτώσεων των εποχικών επιχειρήσεων) το τελευταίο εξάμηνο για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
- Ως «περίοδος βάσης» για τον προσδιορισμό της μεταβολής των εισοδημάτων και των δαπανών νοείται (εκτός των περιπτώσεων των εποχικών επιχειρήσεων) το εξάμηνο πριν την τρέχουσα περίοδο για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
- Ως «τρέχουσα περίοδος» για τον προσδιορισμό της μεταβολής των εισοδημάτων και των δαπανών των εποχικών επιχειρήσεων νοείται το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία πριν την υποβολή της αίτησης.
- Ως «περίοδος βάσης» για τον προσδιορισμό της μεταβολής των εισοδημάτων και των δαπανών των εποχικών επιχειρήσεων νοείται το αντίστοιχο της τρέχουσας περιόδου προηγούμενο έτος.
- Ως «οικογενειακό εισόδημα» νοείται το άθροισμα του εισοδήματος του οφειλέτη μετά φόρων και του εισοδήματος του/της συζύγου, συμβίου/ας μετά φόρων.

- Ως «εύλογες δαπάνες διαβίωσης» νοούνται οι δαπάνες του οφειλέτη (φυσικού προσώπου επιτηδευματία ή μη) ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού του, όπως καθορίζονται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή και αποτελούν την πρώτη ομάδα εύλογων δαπανών αφού πολλαπλασιαστούν με το εισόδημα του οφειλέτη μετά φόρων και διαιρεθούν με το οικογενειακό εισόδημα.
- Ως «Λοιπές Δαπάνες» νοούνται οι παρακάτω δαπάνες που θα προκύπτουν κατά δήλωση του οφειλέτη και για τις οποίες θα συνυποβάλλονται αντίστοιχα δικαιολογητικά:
i) το ποσό που καταβάλλεται ως ενοίκιο από τον οφειλέτη (μέχρι του ποσού των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ προσαυξάνεται κατά πενήντα (50) ευρώ για τον σύζυγο ή τη σύζυγο και κατά πενήντα (50) ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι τρία (3) εξαρτώμενα μέλη) και ως ενοίκιο για την κατοικία τέκνων που έχουν την ιδιότητα του φοιτητή (μέχρι του ποσού των τριακοσίων (300) ευρώ),
όπως αυτό θα προκύπτει πολλαπλασιάζοντας το ποσό ενοικίου με το εισόδημα του οφειλέτη μετά φόρων και διαιρώντας με το οικογενειακό εισόδημα,
ii) ιατρικές δαπάνες για χρόνιες ασθένειες, φυσικές ή διανοητικές αναπηρίες και προβλήματα υγείας που απαιτούν ιδιαίτερη θεραπεία, οι οποίες μπορεί να είναι είτε μόνιμες είτε προσωρινές. Το ποσό των ιατρικών δαπανών θα προκύπτει πολλαπλασιάζοντας το ποσό των ιατρικών δαπανών με το εισόδημα του οφειλέτη μετά φόρων και διαιρώντας με το οικογενειακό εισόδημα,
iii) τα ποσά που αφορούν σε λοιπούς φόρους, τέλη και εισφορές π.χ. ΕΝ. Φ.Ι.Α. και
iv) τα ποσά που καταλογίζονται από αποφάσεις δικαστικών αρχών π.χ. έξοδα διατροφής λόγω διαζυγίου. Σχετικά με τις προσωρινές ιατρικές δαπάνες, τα ενοίκια για την κατοικία τέκνων, που έχουν την ιδιότητα του φοιτητή και τα ποσά που καταλογίζονται από αποφάσεις δικαστικών αρχών, ο οφειλέτης θα δηλώνει το χρονικό διάστημα που αυτά θα οφείλονται.
- Η επικαλούμενη μείωση των εισοδημάτων δεν θα πρέπει να οφείλεται στα ακόλουθα γεγονότα:
i. μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, που έγινε εντός των τελευταίων πέντε (5) ετών πριν από την υποβολή της αίτησης,
ii. καταβολή μερίσματος ή επιπλέον αμοιβής από τον οφειλέτη προς τους μετόχους ή εταίρους ή άλλη συναλλαγή, εκτός των τρεχουσών συναλλαγών της επιχείρησης, που έγινε εντός των τελευταίων 24 μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης,
iii. παραίτηση από τη διεκδίκηση αντίστοιχης απαίτησης, ή σε πρόωρη εξόφληση δανείου ή άλλης οφειλής προς τρίτο, που έγινε εντός των τελευταίων 24 μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης.
- Η επικαλούμενη αύξηση δαπανών θα πρέπει να συνδέεται με την επιδείνωση των οικονομικών του δεδομένων με τυχόν μεταβολές της οικογενειακής κατάστασης ή με έκτακτα περιστατικά ή με περιστατικά ανωτέρας βίας.
- Σε περίπτωση που δεν προκύπτει η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη σε ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο του είκοσι τοις εκατό (20%) ή προκύπτει μείωση από άλλες διαθέσιμες πηγές εισοδήματος, ο αιτών δηλώνει και υποβάλλει εκείνα τα στοιχεία/έγγραφα που τεκμηριώνουν τη μείωση των εισοδημάτων του κατά την εξεταζόμενη περίοδο πριν την υποβολή της αίτησης. Στη συνέχεια μετά την υποβολή της αίτησης θα ελέγχεται η ορθότητα των υποβληθέντων στοιχείων από τους εμπλεκομένους πιστωτές για την εξακρίβωση της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη. Σε περίπτωση που δεν αποδειχθεί η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, η αίτηση του οφειλέτη απορρίπτεται.

2.2 Στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τη μεταβολή του εισοδήματος του οφειλέτη

- Για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού ή του δημόσιου τομέα λαμβάνονται υπόψη οι μικτές μηνιαίες αποδοχές όπως αυτές δηλώνονται στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης από τον εργοδότη ή στην ΕΑΠ από τους φορείς του Δημοσίου, αφαιρουμένων πρόσθετων ή άλλων έκτακτων αποδοχών, για το τελευταίο εξάμηνο πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία (δηλαδή για την τρέχουσα περίοδο) κατά το οποίο προκύπτει η επιδείνωση, σε σύγκριση με τις αποδοχές κατά το εξάμηνο πριν την τρέχουσα περίοδο (δηλαδή την περίοδο βάσης).

- Για τους συνταξιούχους λαμβάνεται υπόψη, η μικτή μηνιαία σύνταξη της τρέχουσας περιόδου, αφαιρουμένων πρόσθετων ή άλλων έκτακτων αποδοχών, σε σύγκριση με τις αποδοχές της περιόδου βάσης.

- Για φυσικά πρόσωπα που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα ή ελευθέριο επάγγελμα και νομικά πρόσωπα, τα έσοδα της τρέχουσας περιόδου σε σύγκριση με τα έσοδα της περιόδου βάσης, όπως αυτό προκύπτει από τις περιοδικές φορολογικές δηλώσεις Φ.Π.Α.. Εάν οι ανωτέρω δεν υπόκεινται σε Φ.Π.Α., η μείωση πρέπει να προκύπτει από τα υποβαλλόμενα στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.

- Για όσους ασκούν εποχική απασχόληση ή δραστηριότητα λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές ή τα έσοδα της τρέχουσας περιόδου σε σχέση με αυτά της περιόδου βάσης.

2.3 Στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στη μεταβολή των δαπανών του αιτούντος

Για όλα τα φυσικά πρόσωπα λαμβάνονται υπόψη οι έκτακτες δαπάνες λόγω απρόβλεπτων περιστατικών, περιστατικών ανωτέρας βίας, υγείας και μεταβολών στην οικογενειακή κατάσταση.

Για νομικά πρόσωπα και φυσικά πρόσωπα που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα ή ελευθέριο επάγγελμα λαμβάνονται υπόψη οι λειτουργικές και έκτακτες δαπάνες, όπως ενδεικτικά έκτακτες δαπάνες λόγω Covid-19, καταστροφής παγίων στοιχείων της επιχείρησης ή εμπορευμάτων, πληρωμής αποζημιώσεων λόγω εργατικών ατυχημάτων, όπως αυτές προκύπτουν από τις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ για την τρέχουσα περίοδο σε σύγκριση με τις δαπάνες κατά την περίοδο βάσης.

Οι προαναφερόμενες δαπάνες δηλώνονται από τον αιτούντα και συνοδεύονται από τα απαραίτητα έγγραφα που τεκμηριώνουν την αύξηση των δαπανών για την τρέχουσα περίοδο σε σύγκριση με τις δαπάνες κατά την περίοδο βάσης.

2.4 Έλεγχοι

Για την απόδειξη της επέλευσης των προϋποθέσεων της οικονομικής επιδείνωσης η ηλεκτρονική πλατφόρμα πραγματοποιεί τους απαραίτητους υπολογισμούς. Παρόλα αυτά οι πιστωτές ελέγχουν την τεκμηρίωση της οικονομικής επιδείνωσης σύμφωνα με τα υποβληθέντα δικαιολογητικά.

3. Εκκίνηση της διαδικασίας με υποβολή αίτησης οφειλέτη ή πρόσκλησης πιστωτή

Η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών δύναται να εκκινήσει είτε με την υποβολή αιτήματος από μέρους του οφειλέτη είτε με αποστολή πρόσκλησης στον οφειλέτη από τους πιστωτές.

3.1 Ηλεκτρονική υποβολή αίτησης οφειλέτη

Ειδικότερα, η αίτηση του οφειλέτη για υπαγωγή στις διατάξεις της εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) με τη χρήση της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Εξωδικαστικής Ρύθμισης Οφειλών.

Με την αίτηση υπαγωγής παρέχεται από τον οφειλέτη και από τον σύζυγο ή τη σύζυγο, τον συμβίο ή την συμβία και τα εξαρτώμενα μέλη, άδεια για κοινοποίηση στους συμμετέχοντες πιστωτές, επεξεργασία και διασταύρωση από αυτούς των δεδομένων του, τα οποία περιλαμβάνονται στην αίτηση, των υποχρεωτικών συνυποβαλλόμενων στοιχείων, των εγγράφων και στοιχείων που αντλούνται αυτόματα, όσο και άλλων δεδομένων του που βρίσκονται στην κατοχή των συμμετεχόντων πιστωτών για τους σκοπούς της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών.

Η άδεια του προηγούμενου εδαφίου συνεπάγεται την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971 (Α' 270) και του φορολογικού απορρήτου του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 (Α' 170). Επιπλέον, με την αίτηση υπαγωγής παρέχεται από τον οφειλέτη άδεια για κοινοποίηση σε όλους τους πιστωτές των στοιχείων και εγγράφων της αίτησης.

Η αίτηση υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α' 75) του οφειλέτη για την ακρίβεια και την πληρότητα του περιεχομένου της αίτησης και των υποβληθέντων εγγράφων.

Σε περίπτωση απόδειξης με δημόσια έγγραφα ότι τα δηλούμενα στοιχεία είναι ανακριβή τυχόν επιτευχθείσα ρύθμιση κρίνεται αυτοδίκαια άκυρη, ο οφειλέτης χάνει τα ευεργετήματα της ρύθμισης ενώ παράλληλα αναβιώνει η οφειλή πριν τη ρύθμιση, μειωμένη κατά τα ποσά που καταβλήθηκαν και ο θιγόμενος πιστωτής δύναται να επιδιώξει την είσπραξη της οφειλής με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα.

3.2 Κοινοποίηση πρόσκλησης στον οφειλέτη από πιστωτή

Οι πιστωτές δηλαδή οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, το Δημόσιο ή οι χρηματοδοτικοί φορείς έχουν τη διακριτική ευχέρεια να εκκινήσουν τη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών κοινοποιώντας στον οφειλέτη πρόσκληση για την εξωδικαστική αναδιάρθρωση των οφειλών του.

Η κοινοποίηση προς την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. της πρόσκλησης των πιστωτών στον οφειλέτη για εξωδικαστική αναδιάρθρωση των οφειλών του σύμφωνα με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4738/2020, διενεργείται εντός πέντε (5) ημερολογιακών ημερών από την σχετική αποστολή της πρόσκλησης προς τον οφειλέτη.

Η κοινοποίηση της πρόσκλησης τόσο στον οφειλέτη όσο και στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. γίνεται με ηλεκτρονική επιστολή ή με δικαστικό επιμελητή ή με συστημένη επιστολή ή με ισοδύναμου τρόπου ταχυδρομική επιστολή ή αυτοπρόσωπη παράδοση με σκοπό να διασφαλίζεται η επιβεβαίωση της αποστολής, παραλαβής και εμπιστευτικότητας. Συγχρόνως, με την κοινοποίηση τάσσεται προθεσμία έως σαράντα πέντε (45) ημερολογιακών ημερών για την ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης από τον οφειλέτη στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. με τη χρήση της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Εξωδικαστικής Ρύθμισης Οφειλών. Η μη υποβολή της αίτησης εντός της προθεσμίας συνεπάγεται την αυτοδίκαιη περάτωση της διαδικασίας και αξιολογείται σε περίπτωση μεταγενέστερης υποβολής αίτησης από τον οφειλέτη.

3.3 Τεχνικά ζητήματα της αίτησης

Τα στοιχεία της αίτησης του οφειλέτη για την εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών του είτε αντλούνται αυτόματα είτε συμπληρώνονται από τον ίδιο. Η αίτηση μόλις υποβληθεί γνωστοποιείται στο σύνολο των συμμετεχόντων πιστωτών, συμπεριλαμβανομένου του Κ.Ε.Α.Ο. και του Δημοσίου. Σύμφωνα με τις κοινοποιούμενες διατάξεις τα στοιχεία της αίτησης δύνανται να συμπληρωθούν ή/ και να διορθωθούν στην περίπτωση που διαπιστωθεί από τον οφειλέτη ή οποιονδήποτε συμμετέχοντα πιστωτή σχετική έλλειψη ή σφάλμα.

Περίπτωση 1: Η έλλειψη ή το σφάλμα αφορά σε στοιχεία που έχουν συμπληρωθεί από τον ίδιο τον οφειλέτη
Στην περίπτωση αυτή ο συμμετέχων πιστωτής ή ο οφειλέτης που εντόπισε το σφάλμα ή την έλλειψη ειδοποιεί σχετικά, μέσω της πλατφόρμας, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Στη συνέχεια και προκειμένου να προχωρήσει η αίτηση ο οφειλέτης προβαίνει αμελλητί και το αργότερο εντός πέντε (5) ημερών στη συμπλήρωση ή τη διόρθωση των ελλείψεων ή σφαλμάτων. Αν ο οφειλέτης δεν συμπληρώσει ή δεν διορθώσει τα στοιχεία της αίτησης εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, τότε η αίτηση του απορρίπτεται και η διαδικασία περαιώνεται ως άκαρπη.

Περίπτωση 2: Η έλλειψη ή το σφάλμα αφορά σε στοιχεία που έχουν αντληθεί αυτοματοποιημένα ή έχουν συμπληρωθεί από κάποιον από τους συμμετέχοντες πιστωτές
Ο πιστωτής προβαίνει στη συμπλήρωση ή τη διόρθωση των ελλείψεων ή σφαλμάτων σε διάστημα δέκα (10) ημερών, από την επομένη της σχετικής διαπίστωσης της έλλειψης ή του σφάλματος από τα εμπλεκόμενα μέρη και την διατύπωση σχετικού αιτήματος στην πλατφόρμα από το μέρος που διαπίστωσε την έλλειψη. Στη συνέχεια ο οφειλέτης επιβεβαιώνει τις διορθώσεις και οριστικοποιεί εκ νέου την αίτηση. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία υπογραφής της σύμβασης αναδιάρθρωσης παρατείνεται για δεκαπέντε (15) ημέρες.
Εάν το σφάλμα αφορά σε στοιχεία των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και του Δημοσίου και επηρεάζει τη συμφωνία αναδιάρθρωσης, η προθεσμία διόρθωσης της αίτησης ξεκινά από τον εντοπισμό του σφάλματος, είτε στο πλαίσιο κοινοποίησης της αίτησης οπότε το σφάλμα διορθώνεται σύμφωνα με τα ανωτέρω, είτε της κοινοποίησης έγκρισης της σύμβασης/πρότασης αναδιάρθρωσης από τους χρηματοδοτικούς φορείς και τον οφειλέτη. Στη δεύτερη περίπτωση και το Κ.Ε.Α.Ο. και το Δημόσιο δύναται να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία για τη θεραπεία που προβλέπεται στην περ. δ της παρ. 2 του άρθρου 21 ν. 4738/2020 (Α' 207).
Ως έλλειψη που θα πρέπει να αποκατασταθεί θεωρείται και η αλλαγή του προσώπου του πιστωτή, λόγω μεταβίβασης της απαίτησης του οφειλέτη στο πλαίσιο του ν. 4354/2015.

Περίπτωση 3: Διαδικασία διαγραφής και επανυποβολής αίτησης Στην περίπτωση που κατά τη διάρκεια της διαδικασίας των άρθρων 5 έως 30 του ν. 4738/2020 διαπιστωθεί από τον οφειλέτη ή συμμετέχοντα πιστωτή ότι στην αίτηση υπάρχουν ελλείψεις ή σφάλματα, τα οποία δεν μπορούν να διορθωθούν με εισαγωγή των στοιχείων ή/και τροποποίηση αυτών, ο οφειλέτης δύναται να προβεί σε διαγραφή της αίτησης του με ταυτόχρονη επανυποβολή αυτής. Η διαδικασία διαγραφής και επανυποβολής αίτησης εκκινεί κατόπιν σχετικού έγγραφου ηλεκτρονικού αιτήματος στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα. Ο μοναδικός αριθμός καθώς και τα έγγραφα/στοιχεία που τηρούνται στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα συνοδεύουν την αίτηση και μετά την επανυποβολή αυτής.
Στη συνέχεια η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. εντός δέκα (10) ημερολογιακών ημερών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος ελέγχει εάν το σφάλμα δεν δύναται να διορθωθεί με άλλο τρόπο και στην περίπτωση αυτή τάσσει, με σχετική ηλεκτρονική ενημέρωση, στον οφειλέτη προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών προκειμένου να προβεί στην επανυποβολή της αίτησης. Αν ο οφειλέτης δεν επανυποβάλλει αίτηση, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τότε η αίτηση του ακυρώνεται και θεωρείται μη υποβληθείσα. Σημειώνεται ότι επανυποβολή της αίτησης είναι δυνατή μόνο μία φορά.

4. Περιεχόμενο της αίτησης - Δικαιολογητικά

Στις διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του νόμου ορίζονται τα υποχρεωτικά στοιχεία της αίτησης του οφειλέτη για την εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών καθώς και τα απαραίτητα συνυποβαλλόμενα με την αίτηση στοιχεία.

Ειδικότερα, η αίτηση του οφειλέτη για την εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών του περιέχει υποχρεωτικά τα εξής:

- Πλήρη στοιχεία του οφειλέτη: ονοματεπώνυμο/επωνυμία, διεύθυνση, ΑΦΜ, ΚΑΔ -εφόσον ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα ή είναι νομικό πρόσωπο, τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση, αναφορά στον κύκλο εργασιών ή το εισόδημα κατά το τελευταίο οικονομικό έτος πριν από την υποβολή της αίτησης και στις συνολικές υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του, περιγραφή της δραστηριότητας του, της οικονομικής του κατάστασης, των λόγων της οικονομικής του αδυναμίας και των προοπτικών της επιχείρησης του. Στην περίπτωση φυσικού προσώπου απαιτούνται και τα πλήρη στοιχεία του συζύγου και των εξαρτώμενων μελών του: ονοματεπώνυμο, ΑΦΜ, ΚΑΔ -εφόσον ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση. Σημειώνεται ότι ως «ασκών επιχειρηματική δραστηριότητα» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα που υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 21 ή 47 του ν. 4172/2013,

- Κατάλογο όλων των προσώπων και φορέων που έχουν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη όπως προμηθευτών ή εργαζόμενων με πλήρη στοιχεία τους, των οφειλόμενων ποσών ανά πιστωτή και της ημερομηνίας, αναφορικά με την οποία προσδιορίζεται το ύψος της κάθε οφειλής,

- Κατάλογο των κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη στην Ελλάδα και την αλλοδαπή. Για τον προσδιορισμό της αξίας ρευστοποίησης της περιουσίας χρειάζεται αναφορά στην εκτιμώμενη εμπορική αξία των κινητών περιουσιακών στοιχείων. Η συνυποβολή αυτών των στοιχείων απαιτείται και για τον σύζυγο, τη σύζυγο, τον συμβίο, την συμβία και τυχόν εξαρτώμενα μέλη.
Τα στοιχεία για τον/τη σύζυγο δεν χορηγούνται, όταν υφίσταται διακοπή της έγγαμης συμβίωσης που έχει δηλωθεί στη Φορολογική Διοίκηση πριν την υποβολή της αίτησης.

Στο άρθρο 11 του νόμου προσδιορίζεται η αξία των ακινήτων που δηλώνονται στην αίτηση. Για τα ακίνητα στην Ελλάδα ως αξία λαμβάνεται υπόψη η φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) σύμφωνα με τον ν. 4223/2013 (Α' 287), όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία πράξη προσδιορισμού φόρου. Για τα ακίνητα για τα οποία δεν προσδιορίζεται αξία ΕΝ.Φ.Ι.Α. (γήπεδα εκτός σχεδίου πόλης και οικισμού) λαμβάνεται υπόψη η αντικειμενική αξία η οποία προκύπτει κατά τις διατάξεις του άρθρου 41Α του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ43Α') και τις ισχύουσες κατ' εξουσιοδότηση κανονιστικές πράξεις. Για τα ακίνητα στην αλλοδαπή λαμβάνεται υπόψη είτε η εμπορική τους αξία από έκθεση εκτιμητή ακινήτων είτε η αντικειμενική αξία που συνυποβάλλει ο οφειλέτης, εφόσον υπάρχει.

- Πλήρης περιγραφή των βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων (είδος βάρους ή εξασφάλισης, πιστωτής, ασφαλιζόμενο ποσό, σειρά, δημόσιο βιβλίο) που είναι εγγεγραμμένα επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη,

- Δήλωση για κάθε μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη που έγινε εντός των τελευταίων πέντε (5) ετών πριν την υποβολή της αίτησης,

- Στοιχεία για το οικογενειακό εισόδημα του οφειλέτη-φυσικού προσώπου από οποιαδήποτε πηγή και αιτία,

- Δήλωση για κάθε καταβολή μερίσματος από τον οφειλέτη προς τους μετόχους ή εταίρους ή άλλη συναλλαγή εκτός των τρεχουσών συναλλαγών της επιχείρησης που έγινε εντός των τελευταίων δύο (2) ετών πριν από την υποβολή της αίτησης,

- Στοιχεία κάθε νομικού προσώπου συνδεδεμένου με τον οφειλέτη στη διάρκεια των εξήντα (60) μηνών πριν την υποβολή της αίτησης,

- Στοιχεία για μεταβιβάσεις ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων με τα πλήρη στοιχεία τους από τον οφειλέτη σε πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη στη διάρκεια των εξήντα (60) μηνών πριν την υποβολή της αίτησης.

- Κατάλογος των αμειβόμενων συνδεδεμένων προσώπων με τον οφειλέτη με ανάλυση των αμοιβών τους των τελευταίων δύο (2) ετών που προηγούνται της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης,

- Χρηματοοικονομικές καταστάσεις του άρθρου 16 του ν. 4308/2014 (Α' 251) των τελευταίων πέντε (5) περιόδων, οι οποίες πρέπει να είναι δημοσιευμένες, εφόσον προβλέπεται σχετική υποχρέωση.

- Προσωρινό ισοζύγιο του τριμήνου πριν την υποβολή της αίτησης, τεταρτοβάθμιων λογαριασμών του αναλυτικού καθολικού της γενικής λογιστικής, εφόσον προβλέπεται η κατάρτιση του,

- Επιπρόσθετα έγγραφα, στοιχεία ή πληροφορίες που θεωρούνται σημαντικά για την επιτυχή έκβαση της διαδικασίας.
Εκτός των προαναφερόμενων υποχρεωτικών στοιχείων που υποβάλλονται από τον οφειλέτη υπάρχουν και έγγραφα που αντλούνται αυτόματα για τον οφειλέτη - φυσικό ή νομικό πρόσωπο καθώς και για τον σύζυγο ή τη σύζυγο ή τον συμβίο ή τη συμβία του οφειλέτη και τα εξαρτώμενα μέλη. Σημειώνεται ότι η αυτόματη άντληση των εγγράφων εκκινεί από την τελευταία έκδοση τους για την οποία υπάρχει υποχρέωση υποβολής και εφόσον δεν έχει παρέλθει η αντίστοιχη προθεσμία υποβολής τους βάσει της κείμενης νομοθεσίας.

Τα έγγραφα που αντλούνται αυτόματα σύμφωνα με τον νόμο είναι τα ακόλουθα:

- Δήλωση εισοδήματος φυσικών προσώπων (Ε1) ή δήλωση φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων (Ν) των τελευταίων πέντε φορολογικών ετών,

- Κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε3) των τελευταίων πέντε φορολογικών ετών,

- Δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) των τελευταίων πέντε (5) ετών, εφόσον προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής της,

- Πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος (εκκαθαριστικό) του τελευταίου φορολογικού έτους,

- Πράξη διοικητικού προσδιορισμού του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ. Φ.Ι.Α.) του τελευταίου φορολογικού έτους,

- Καταστάσεις βεβαιωμένων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης,

- Αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης του οφειλέτη ή του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και του διευθύνοντος συμβούλου για τις ανώνυμες εταιρείες, του διαχειριστή για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, των ομόρρυθμων εταίρων και των διαχειριστών για προσωπικές εταιρείες και των φυσικών προσώπων που είναι αλληλέγγυα με τον οφειλέτη εκ του νόμου για την παράλειψη καταβολής οφειλών,

- Πιστοποιητικό περί μη πτώχευσης, πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αίτησης πτώχευσης και κάθε άλλο στοιχείο που αφορά τον οφειλέτη και καταχωρείται στο ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213 του ν. 4738/2020.

- Πιστοποιητικό περί μη λύσης της εταιρείας από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) στην περίπτωση του νομικού προσώπου,

- Στοιχεία σχετικά με τις απαιτήσεις του οφειλέτη προς τα πιστωτικά ιδρύματα και ειδικότερα: α) το οφειλόμενο ποσό ανά πιστωτή, β) καταθέσεις και χρηματοπιστωτικά προϊόντα καθώς και την εκτιμώμενη αξία τους, γ) βάρη και λοιπές εξασφαλίσεις επί των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη που βρίσκονται στη διάθεση των χρηματοδοτικών φορέων και στοιχεία για την εμπορική τους αξία.

5. Αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης

Από την οριστική υποβολή της αίτησης και μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναστέλλονται η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Επίσης, αναστέλλεται η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α' 43) και του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α' 136) σχετικά με τις οφειλές, των οποίων αιτήθηκε ο οφειλέτης τη ρύθμιση και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με αυτά ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα. Από την αναστολή εξαιρείται η διενέργεια προγραμματισθέντος πλειστηριασμού (εντός τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης του οφειλέτη) και οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια προπαρασκευαστική της διενέργειας πλειστηριασμού από ενέγγυο πιστωτή. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης του οφειλέτη ή μη υποβολής πρότασης συμφωνίας αναδιάρθρωσης η αναστολή παύει να ισχύει με την κοινοποίηση προς τον οφειλέτη της απόφασης μη υποβολής πρότασης ή με την οποιοδήποτε τρόπο απόρριψη της αίτησης. Με την επίτευξη της σύμβασης αναδιάρθρωσης δεν επιτρέπεται σε καταλαμβανόμενο πιστωτή, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης και αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη. Τα παραπάνω αφορούν τη ρυθμιζόμενη με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης απαίτηση για όλη τη χρονική διάρκεια της σύμβασης και υπό τον όρο τήρησης αυτής. Αν κατά το χρόνο επίτευξης της σύμβασης αναδιάρθρωσης εκκρεμεί εναντίον του οφειλέτη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την απαίτηση που ρυθμίστηκε, επισπευδόμενη από καταλαμβανόμενο πιστωτή, αυτή αναστέλλεται με την κοινοποίηση εκ μέρους του οφειλέτη βεβαίωσης για την επίτευξη της σύμβασης αναδιάρθρωσης στα όργανα εκτέλεσης του πιστωτή.

6. Διαδικασία διαπραγμάτευσης

Η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών μεταξύ του οφειλέτη και των συμμετεχόντων πιστωτών, των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και του Δημοσίου διενεργείται ηλεκτρονικά μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
Μετά την υποβολή της αίτησης του οφειλέτη για την εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών, οι χρηματοδοτικοί φορείς που είναι συμμετέχοντες πιστωτές, δύνανται να καταθέσουν πρόταση ρύθμισης προς τον οφειλέτη. Ως «χρηματοδοτικοί φορείς» νοούνται τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (και αυτά που τελούν υπό ειδική εκκαθάριση), οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν.4354/2015 (Α' 176), εφόσον τελούν υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ή του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού και τα νομικά πρόσωπα που αποκτούν απαιτήσεις προς τιτλοποίηση και οι διαχειριστές αυτών.

- Υποβολή πρότασης ρύθμισης Η πρόταση ρύθμισης οφειλών η οποία αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4738/2020, δύναται να κατατίθεται κατά τα προβλεπόμενα, εντός τριάντα πέντε (35) ημερολογιακών ημερών από την υποβολή της αρχικής αίτησης του οφειλέτη με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 5 και στο άρθρο 16 του ν. 4738/2020. Ο οφειλέτης οφείλει να αποδεχθεί ή να απορρίψει την πρόταση του χρηματοδοτικού φορέα εντός δέκα (10) ημερών από την κατάθεση της. Στην περίπτωση που η πρόταση εξασφαλίσει τη συναίνεση του οφειλέτη και τη συναίνεση της πλειοψηφίας των χρηματοδοτικών φορέων που είναι συμμετέχοντες πιστωτές, υπογράφεται μεταξύ των συναινούντων πιστωτών και του οφειλέτη η σύμβαση αναδιάρθρωσης.
Ειδικότερα, απαιτείται ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) επί του συνόλου των απαιτήσεων των χρηματοδοτικών φορέων που συμμετέχουν ως πιστωτές και τουλάχιστον ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) επί του συνόλου των απαιτήσεων των χρηματοδοτικών φορέων που εξασφαλίζονται με υποθήκη, προσημείωση υποθήκης, ενέχυρο ή άλλο ειδικό προνόμιο του άρθρου 976 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δηλαδή του ποσοστού συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο.

- Υποβολή αιτήματος διαμεσολάβησης Ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα να καταθέσει εντός δέκα (10) ημερολογιακών ημερών από τη λήψη της πρότασης αίτημα υποβολής σε διαμεσολάβηση. Εφόσον το αίτημα αυτό γίνει δεκτό από την πλειοψηφία των χρηματοδοτικών φορέων τότε διαπιστευμένος μεσολαβητής αναλαμβάνει την ευθύνη διαμεσολάβησης. Σε χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών από την υποβολή του αιτήματος διαμεσολάβησης απαιτείται η επίτευξη υπογραφής της συμφωνίας αναδιάρθρωσης μεταξύ της πλειοψηφίας του πιστωτών και του οφειλέτη, διαφορετικά η διαδικασία κρίνεται λήξασα χωρίς δυνατότητα παράτασης ή ανανέωσης.
Η δήλωση αποδοχής ή απόρριψης του αιτήματος υπαγωγής σε διαμεσολάβηση του οφειλέτη από την πλειοψηφία των χρηματοδοτικών φορέων, ως προς την αξία των σχετικών απαιτήσεων, που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 15 του ν. 4738/2020, συντελείται εντός πέντε (5) ημερολογιακών ημερών από την σχετική κατάθεση του αιτήματος υπαγωγής σε διαμεσολάβηση.

- Έγκριση ή μη της σύμβασης αναδιάρθρωσης Στις πολυμερείς συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών, η κοινοποίηση μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας προς το Κ.Ε.Α.Ο. και το Δημόσιο της έγκρισης σύμβασης από τους χρηματοδοτικούς φορείς και τον οφειλέτη, η οποία αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4738/2020, συντελείται εντός πέντε (5) ημερολογιακών ημερών από την επίτευξη της έγκρισης.
Στην περίπτωση που δεν υπογραφεί η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, η διαδικασία θεωρείται περατωθείσα ως άκαρπη. Οι χρηματοδοτικοί φορείς που είναι συμμετέχοντες πιστωτές, μπορούν στα πλαίσια της ανωτέρω προθεσμίας να απορρίψουν την αίτηση του οφειλέτη και να μην υποβάλουν πρόταση ρύθμισης.

- Παράταση της διαδικασίας διαπραγμάτευσης Εντός της προθεσμίας των δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αρχικής αίτησης για την εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 16 του ν. 4738/2020 (Α' 207), ο οφειλέτης ή οι συμμετέχοντες πιστωτές που δύνανται να υποβάλλουν πρόταση αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το άρθρο 14 ν. 4738/2020 (Α' 207), δηλαδή οι χρηματοδοτικοί φορείς, μπορούν να υποβάλουν αίτημα παράτασης, μέσω της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών. Το αίτημα περιλαμβάνει: α. το χρόνο παράτασης και β. την αιτιολογία της παράτασης.

Παράταση χορηγείται κατ' εξαίρεση μόνο σε περίπτωση που η μη τήρησή της προθεσμίας των δύο (2) μηνών, οφείλεται σε λόγους, τους οποίους δεν μπορεί να ελέγξει το μέρος που ζητά την παράταση, όπως ενδεικτικά την ανάγκη χορήγησης συμπληρωματικών στοιχείων ή εγγράφων, την αδυναμία προσκόμισης εγγράφων για αντικειμενικούς λόγους, έκτακτες περιστάσεις που εμποδίζουν την πρόοδο της διαδικασίας. Το συνολικό χρονικό διάστημα της παράτασης δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο του ενός (1) μήνα εξαιρουμένων τυχόν δοθεισών παρατάσεων για λόγους διόρθωσης σφάλματος/συμπλήρωσης έλλειψης της αίτησης και δύναται να χορηγείται εφάπαξ.

Σε περίπτωση υποβολής αιτήματος παράτασης, η Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών ενημερώνει μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα υπόλοιπα μέρη που συμμετέχουν στην διαδικασία για την υποβολή αιτήματος παράτασης. Το μήνυμα περιλαμβάνει τα στοιχεία του αιτούντος, το χρόνο παράτασης και την αιτιολογία της παράτασης. Σε περίπτωση συναίνεσης του οφειλέτη και πλέον του 1/2 των συμμετεχόντων πιστωτών που δύνανται να υποβάλλουν πρόταση αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το άρθρο 14 ν. 4738/2020 (Α' 207), στο αίτημα παράτασης, επικαιροποιείται η σχετική προθεσμία στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών και ενημερώνονται με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οι συμμετέχοντες πιστωτές και ο οφειλέτης για τη χορήγηση παράτασης.

Σε αντίθετη περίπτωση οι συμμετέχοντες πιστωτές και ο οφειλέτης ενημερώνονται με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και μέσω της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών για τη μη χορήγηση παράτασης. Η χορήγηση παράτασης δεν επιφέρει καθ' οιονδήποτε τρόπο επέκταση ή τροποποίηση στο διάστημα αναστολής των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 18 του ν. 4738/2020.

- Περαίωση διαδικασίας διαπραγμάτευσης Η διαδικασία των άρθρων 5 έως 30 του ν. 4738/2020 περαιώνεται ως άκαρπη στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- μη υπογραφή σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης (και των τυχόν χορηγηθεισών παρατάσεων),
- απόρριψη της αίτησης και μη υποβολή πρότασης ρύθμισης από την πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών που είναι χρηματοδοτικοί φορείς, με κοινοποίηση σχετικής δήλωσης μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας,
- μη κατάθεση πρότασης ρύθμισης των υποχρεώσεων του οφειλέτη εντός της προθεσμίας τριάντα πέντε (35) ημερών από τους χρηματοδοτικούς φορείς,
- ο οφειλέτης δεν έχει συμπληρώσει ή διορθώσει εμπρόθεσμα τα στοιχεία της αίτησης.

7. Υπολογιστικό εργαλείο - Πρόταση σύμβασης αναδιάρθρωσης

Η πρόταση για τη σύμβαση αναδιάρθρωσης προκύπτει από τη χρήση ειδικού υπολογιστικού εργαλείου. Ως «Υπολογιστικό εργαλείο» νοείται το μοντέλο υπολογισμού της αυτοματοποιημένης λύσης, που προβλέπεται στο άρθρο 71 παρ.2 ζ του ν. 4738/2020. H χρήση του υπολογιστικού εργαλείου για τον προσδιορισμό των όρων της σύμβασης αναδιάρθρωσης υφίσταται ως επιλογή και στη διακριτική ευχέρεια των χρηματοδοτικών φορέων. Πιο συγκεκριμένα, το υπολογιστικό εργαλείο εκτελεί τις κάτωθι εργασίες:

Α) Άντληση στοιχείων απαραίτητων για τον προσδιορισμό της αυτοματοποιημένης λύσης.

Τα στοιχεία αυτά αφορούν στον οφειλέτη, στα εισοδήματα, στις οφειλές, στα περιουσιακά στοιχεία και στα τυχόν βάρη επί των περιουσιακών στοιχείων.

Β) Υπολογισμός όλων των απαραίτητων μεγεθών που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του τελικού ποσού αποπληρωμής σε μηνιαίες δόσεις. Τα μεγέθη αυτά συνοψίζονται στα εξής:

1. Η ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη ή Μέγιστη Δυνατότητα Αποπληρωμής Χρέους Οφειλέτη (ΜΔΑΧΟ) σε όρους καθαρής παρούσας αξίας (ΚΠΑ) που αποτελεί τη μέγιστη τιμή μεταξύ της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ βάσει των φορολογικών στοιχείων του οφειλέτη, της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ που προκύπτει από τις ροές της μηνιαίας ικανότητας αποπληρωμής κατά τη δήλωση του οφειλέτη και του
ελάχιστου ποσού ανάκτησης των πιστωτών από την άσκηση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

1η περίπτωση: Η ΜΔΑΧΟ προκύπτει βάσει των φορολογικών στοιχείων του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή οι μηνιαίες δόσεις που θα προκύψουν ενδέχεται να μεταβάλλονται από τον πρώτο στο δεύτερο και από τον τέταρτο στον πέμπτο χρόνο της ρύθμισης (step-up process).

2η περίπτωση: Η ΜΔΑΧΟ προκύπτει βάσει της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ που προκύπτει από τις ροές της μηνιαίας ικανότητας αποπληρωμής κατά τη δήλωση του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή οι μηνιαίες δόσεις που θα προκύψουν ενδέχεται να εμφανίσουν μεταβολή από τον πρώτο στο δεύτερο και από τον τέταρτο στον πέμπτο χρόνο της ρύθμισης (step-up process).

3η περίπτωση: Η ΜΔΑΧΟ προκύπτει βάσει του ελάχιστου ποσού ανάκτησης των πιστωτών από την άσκηση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή οι μηνιαίες δόσεις υπολογίζονται ως εξής: i) για τον πρώτο χρόνο υπολογίζονται στο πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού ποσού των δόσεων που θα καταβαλλόταν, ii) για την περίοδο από το δεύτερο έως και τον τέταρτο χρόνο, υπολογίζονται στο εξήντα πέντε (65%) του συνολικού ποσού των δόσεων που θα καταβαλλόταν και iii) για τις υπόλοιπο χρονικό διάστημα οι δόσεις υπολογίζονται κανονικά, αφού προστεθεί η διαφορά που αντιστοιχεί στη χρονική περίοδο των πρώτων τεσσάρων χρόνων της ρύθμισης, η οποία θα επιμερίζεται στα υπόλοιπα έτη της ρύθμισης, σε συνάρτηση με τη δόση που υπολογίζεται βάσει του ελάχιστου ποσού ανάκτησης (step-up process).
Βασική παράμετρο για την προεξόφληση των ροών της μηνιαίας ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, και την εύρεση της τελικής ΜΔΑΧΟ συνιστά το προεξοφλητικό επιτόκιο. Το συγκεκριμένο επιτόκιο είναι σταθερό, ετησίως υπολογισμένο και ίσο με το επιτόκιο Εuribor τριμήνου, προσαυξημένο κατά τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες και 0,75 και με κρίσιμο χρόνο την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

2. Η αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων, ακινήτων και κινητών, που δηλώνονται στην αίτηση του οφειλέτη προκειμένου να εκτελεστεί η υποθετική άσκηση ρευστοποίησης τους. Ως «υποθετική άσκηση ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη» νοείται η άσκηση ρευστοποίησης όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, προκειμένου να προσδιορισθεί το ελάχιστο ποσό ανάκτησης ανά καταλαμβανόμενο (ή μη) πιστωτή και να ελεγχθεί εάν πληρείται η αρχή της μη χειροτέρευσης. Ως «αρχή της μη χειροτέρευσης» νοείται η απαγόρευση του να βρεθεί οποιοσδήποτε καταλαμβανόμενος πιστωτής σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτό ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ανεξάρτητα από τον χρόνο επιβολής κατάσχεσης ή επίδοσης επιταγής προς εκτέλεση.

3. Η κατάταξη των απαιτήσεων των πιστωτών στο προϊόν της ρευστοποίησης, προκειμένου να προσδιορισθεί το ελάχιστο ποσό ανάκτησης ανά καταλαμβανόμενο πιστωτή,

Γ) Προσδιορισμός των τελικών ποσών αποπληρωμής και καθορισμός των δόσεων με την έννοια ότι:
i. κατανέμει την ΜΔΑΧΟ και προσδιορίζει την Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής,
ii. κατανέμει την Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής του οφειλέτη στους καταλαμβανόμενους πιστωτές. Ως «Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής» του οφειλέτη νοείται η Μέγιστη Δυνατότητα Αποπληρωμής Χρέους (ΜΔΑΧΟ) αφού αφαιρεθεί το ποσό που θα λάμβαναν οι μη καταλαμβανόμενοι πιστωτές από την υποθετική άσκηση ρευστοποίησης. Αναλυτικότερα, η κατανομή της Εναπομένουσας Ικανότητας Αποπληρωμής του οφειλέτη πραγματοποιείται στα ακόλουθα τέσσερα στάδια:

Στάδιο 1: Κατανέμεται σε κάθε καταλαμβανόμενο πιστωτή η Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής του οφειλέτη που αντιστοιχεί στο ελάχιστο ποσό που θα λάμβανε κατά την υποθετική άσκηση ρευστοποίησης,

Στάδιο 2: Ελέγχεται κατά πόσο η Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής επαρκεί για να καλύψει το ελάχιστο ποσό ανά οφειλή που προκύπτει από το μέγιστο μεταξύ του ελάχιστου ποσού ανάκτησης της οφειλής από ρευστοποίηση (στάδιο 1) και του ποσού μη διαγραφόμενης οφειλής. Ως «μη διαγραφόμενες οφειλές» νοούνται η βασική οφειλή παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων προς το Δημόσιο και των ασφαλιστικών εισφορών, σύμφωνα με το άρθρο 22 δ του ν. 4738/2020. Σε κάθε περίπτωση η ΜΔΑΧΟ του οφειλέτη είναι πάντα ίση ή μεγαλύτερη του ελάχιστου ποσού που θα έπαιρνε κάθε καταλαμβανόμενος πιστωτής στο στάδιο 2.

Στάδιο 3: Ελέγχεται εάν η Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής του οφειλέτη επαρκεί προκειμένου να καλυφθεί πλήρως το συνολικό ποσό ανά οφειλή που προκύπτει έπειτα από την αφαίρεση του συνόλου των τόκων υπερημερίας των καταλαμβανόμενων πιστωτών του ιδιωτικού τομέα και του ποσοστού ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και του ποσοστού ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

Στάδιο 4: Ελέγχεται εάν η Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής μπορεί να καλύψει το συνολικό ποσό ανά οφειλή που υπάγεται σε ρύθμιση στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών και ιδιαίτερα εάν η ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη είναι ικανή να καλύψει και τα παραπάνω ποσά που αφαιρούνται στο προηγούμενο στάδιο.
Σημειώνεται ότι όταν η Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής του οφειλέτη δεν καλύπτει πλήρως ένα στάδιο αλλά καλύπτει το προηγούμενο τότε η διαδικασία υπολογισμού ξεκινάει από το προηγούμενο στάδιο. Στην περίπτωση αυτή οι πιστωτές παίρνουν αυτό που τους αναλογεί από το προηγούμενο στάδιο και το εναπομείναν ποσό κατανέμεται σε όλους τους καταλαμβανόμενους πιστωτές συμμέτρως κατά το μέρος των απαιτήσεών τους που απομένει ανεξόφλητο, μέχρι να εξαντληθεί η ικανότητα αποπληρωμής.
iii. καθορίζει σε μηνιαίες δόσεις τα ποσά αποπληρωμής ανά καταλαμβανόμενο πιστωτή. Η κατανομή των ποσών αποπληρωμής σε μηνιαίες δόσεις στους καταλαμβανόμενους πιστωτές ακολουθεί τους κάτωθι κανόνες:

- Ο υπολογισμός των δόσεων στοχεύει στην απορρόφηση του συνολικού ποσού της μηνιαίας ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη και

- Το ύψος της μηνιαίας δόσης βασίζεται στην αρχή της αναλογικότητας.

Επιπλέον, οι δόσεις προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και το Δημόσιο έχουν τα εξής χαρακτηριστικά σωρευτικά:

- Δύναται να προσδιοριστούν είτε σταθερές είτε μεταβαλλόμενες δόσεις κατά τη διάρκεια της ρύθμισης,

- Έχουν ελάχιστο ύψος μηνιαίως ανά πιστωτή τα πενήντα (50) ευρώ,

- Ο μέγιστος αριθμός των προαναφερθέντων δόσεων προσδιορίζεται στις διακόσιες σαράντα (240),

- Δεν παρέχεται περίοδος χάριτος για την αποπληρωμή των οφειλών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι εφόσον η χρήση του ανωτέρω υπολογιστικού εργαλείου βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια των χρηματοδοτικών φορέων, οι τελευταίοι δύνανται να υποβάλλουν αντιπρόταση χωρίς τη χρήση του.

8. Κανόνες πολυμερών συμβάσεων αναδιάρθρωσης οφειλών με το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης

Στις συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και το Δημόσιο λαμβάνονται υπόψη οι παρακάτω κανόνες και περιορισμοί:

- Είναι άκυρος ο όρος της σύμβασης αναδιάρθρωσης που προβλέπει:
α) την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης σε περισσότερες από διακόσιες σαράντα (240) δόσεις,
β) τη ρύθμιση των οφειλών ήδη ρυθμισμένων με τις διατάξεις του παρόντος νόμου αναφορικά με τον «Εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών» ή του ν. 4469/2017 (Α' 62), ανεξάρτητα αν η ρύθμιση είναι σε ισχύ,
γ) την τμηματική αποπληρωμή των οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ανά χρονικά διαστήματα που υπερβαίνουν τον μήνα,
δ) την καταβολή μηνιαίας δόσης μικρότερης των πενήντα ευρώ (50€),
ε) την παροχή περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης,
στ) την ικανοποίηση απαιτήσεων του Δημοσίου ή των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης με άλλα ανταλλάγματα αντί χρηματικού ποσού.

- Η διαγραφή οφειλών προς το Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης γίνεται κατά σειρά παλαιότητας και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ολοσχερούς αποπληρωμής των ρυθμιζόμενων οφειλών προς το Δημόσιο ή τον Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης.

- Οι ρυθμιζόμενες με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλές των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και του Δημοσίου δεν επιβαρύνονται με επιπλέον τόκους ή προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.

- Απαγορεύεται η διαγραφή βασικής οφειλής ασφαλιστικών εισφορών καθώς και βασικής οφειλής παρακρατουμένων, επιρριπτομένων φόρων προς το Δημόσιο.

9. Συμμετοχή του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης

Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και το Δημόσιο συμμετέχουν αυτοδικαίως στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης και σύμφωνα με τα οριζόμενα των διατάξεων του άρθρου 21 του νόμου μπορούν να προβούν σε πολυμερείς συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών.

Στην περίπτωση που το Κ.Ε.Α.Ο. ή/και το Δημόσιο είναι πιστωτές που έχουν χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη η σύμβαση τελεί υπό την αίρεση της συναίνεσης τους σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στην παράγραφο 9.1.

9.1 Προϋποθέσεις χορήγησης συναίνεσης

Όπως προαναφέρθηκε, μετά την υποβολή της αίτησης οι χρηματοδοτικοί φορείς δύνανται να καταθέσουν πρόταση ρύθμισης προς τον οφειλέτη. Στην περίπτωση που η πρόταση εξασφαλίσει τη συναίνεση του οφειλέτη, την πλειοψηφία των χρηματοδοτικών φορέων και τουλάχιστον του ποσοστού των χρηματοδοτικών φορέων με ειδικό προνόμιο, υπογράφεται μεταξύ των συναινούντων πιστωτών και του οφειλέτη η σύμβαση αναδιάρθρωσης. Στη συνέχεια η εγκεκριμένη σύμβαση από τους χρηματοδοτικούς φορείς και τον οφειλέτη κοινοποιείται μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας προς το Κ.Ε.Α.Ο. που εκπροσωπεί τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Η σύμβαση γίνεται αποδεκτή από το Κ.Ε.Α.Ο., κατά περίπτωση εφόσον ικανοποιούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

- Η σύμβαση πληροί τους κανόνες και περιορισμούς των πολυμερών συμβάσεων αναδιάρθρωσης οφειλών με το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης όπως ορίζονται στο άρθρο 22 του νόμου και αναφέρθηκαν στην ενότητα 8 της παρούσας,

- Οι απαιτήσεις τόσο του Δημοσίου και όσο και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης δεν υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (1.500.000€),

- Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης εκπροσωπούν συνολικά ποσό απαιτήσεων μικρότερο από το σύνολο των απαιτήσεων των συμμετεχόντων χρηματοδοτικών φορέων κατά του οφειλέτη,

- Το περιεχόμενο της σύμβασης αναδιάρθρωσης προέκυψε από τη χρήση του υπολογιστικού εργαλείου της περ. ζ της παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 4738/2020 για τον προσδιορισμό των όρων της σύμβασης αναδιάρθρωσης.

- Το υπολογιστικό εργαλείο παράγει τα τελικά ποσά αποπληρωμής εφαρμόζοντας τους ακόλουθους κανόνες:
i. Δεν θα παραβιάζεται το άρθρο 22 αναφορικά με τους κανόνες πολυμερών συμβάσεων αναδιάρθρωσης οφειλών.
ii. Δεν επιτρέπεται α) να φέρουν οποιονδήποτε καταλαμβανόμενο πιστωτή σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ανεξάρτητα από τον χρόνο επιβολής κατάσχεσης ή επίδοσης επιταγής προς εκτέλεση και β) να έχει ως αποτέλεσμα, οποιοσδήποτε από τους μη συναινούντες πιστωτές (με κυριότητα επί πράγματος ή εκδοχέας απαιτήσεων) να υποχρεωθεί να λάβει ποσά μικρότερα από αυτά που θα ελάμβανε ή θα λάβει ασκώντας τα συμβατικά του δικαιώματα σε σχέση με την ικανοποίηση των απαιτήσεων του κατά του οφειλέτη από τα περιουσιακά στοιχεία του τελευταίου.
iii. Ποσά και άλλα ανταλλάγματα που απομένουν μετά την κατά προτεραιότητα κατανομή ποσών και άλλων ανταλλαγμάτων κατανέμονται συμμέτρως σε όλους τους καταλαμβανόμενους πιστωτές κατά το μέρος των απαιτήσεών τους που απομένει ανεξόφλητο.
iv. Για τον υπολογισμό των ποσών διανομής μεταξύ των καταλαμβανόμενων πιστωτών, από τις απαιτήσεις των πιστωτών τους αφαιρούνται προηγουμένως το σύνολο των τόκων υπερημερίας των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα, ποσοστό ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Τα ποσά αυτά συνυπολογίζονται στη διανομή και αποπληρώνονται συνολικά ή μερικώς μόνο εφόσον έχουν αποπληρωθεί πλήρως οι λοιπές απαιτήσεις των πιστωτών και το επιτρέπει η ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη. Διαφορετικά διαγράφονται μετά την ολοσχερή εξόφληση όλων των οφειλών με βάση τη σύμβαση αναδιάρθρωσης.
v. Το υπολογιστικό εργαλείο βασίζεται σε στοιχεία που παρέχονται από τον οφειλέτη και είναι διαθέσιμα στους συμμετέχοντες πιστωτές όπως: το συνολικό ύψος των υποχρεώσεων του οφειλέτη προς κάθε πρόσωπο, τη συνολική αξία της περιουσίας του οφειλέτη, το ετήσιο εισόδημα του οφειλέτη και τις τρέχουσες υποχρεώσεις του προς πιστωτές εκτός των καταλαμβανομένων πιστωτών.
Εφόσον πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις η σύμβαση γίνεται αποδεκτή χωρίς καμία περαιτέρω ενέργεια από τις αρμόδιες υπηρεσίες Κ.Ε.Α.Ο.. Η άπρακτη πάροδος δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη γνωστοποίηση της συμφωνίας συνεπάγεται τη χορήγηση της συναίνεσης και άρα την αποδοχή της συμφωνίας.
Στην αντίθετη περίπτωση που δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις η αρμόδια υπηρεσία του Κ.Ε.Α.Ο. ενημερώνει εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη γνωστοποίηση της σύμβασης με ρητή αναφορά στο εντοπιζόμενο πρόβλημα τους συμμετέχοντες πιστωτές και τον οφειλέτη. Ταυτόχρονα, θέτει προθεσμία δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη γνωστοποίηση σε αυτούς της προτεινόμενης τροποποίησης για τη θεραπεία του.
Στις περιπτώσεις που: α) οι απαιτήσεις τόσο του Δημοσίου όσο και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (1.500.000€) και β) το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης εκπροσωπούν συνολικά ποσό απαιτήσεων μεγαλύτερο από το σύνολο των απαιτήσεων των συμμετεχόντων χρηματοδοτικών φορέων κατά του οφειλέτη και υποβάλλεται πρόταση αναδιάρθρωσης η οποία έχει εξασφαλίσει τις απαιτούμενες συναινέσεις, όπως αυτές προαναφέρονται, η συναίνεση του Κ.Ε.Α.Ο. είναι σύννομη εφόσον ληφθεί υπόψη η σύμφωνη, αιτιολογημένη άποψη διαχειριστή αφερεγγυότητας. Ο τελευταίος επιλέγεται από τους χρηματοδοτικούς φορείς, οι οποίοι καλύπτουν και την αμοιβή του και ουσιαστικά το έργο του είναι να επιβεβαιώνει τα ακόλουθα:
> Η σύμβαση αναδιάρθρωσης δεν επιφυλάσσει στο Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης χειρότερη μεταχείριση απ' ότι θα ίσχυε σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη,
> Η εφαρμογή της σύμβασης επιτρέπει τη βιώσιμη λειτουργία του οφειλέτη ή τον καθιστά αξιόχρεο,
> Τηρούνται οι κανόνες και οι περιορισμοί των συμβάσεων αναδιάρθρωσης οφειλών με το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης.
Το Κ.Ε.Α.Ο. και το Δημόσιο, εφόσον με τη σύμβαση ρυθμίζονται οφειλές προς αυτούς, αποδέχονται ή τεκμαίρεται ότι αποδέχονται, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 21 ότι η ρύθμιση καθιστά την επιχείρηση του οφειλέτη βιώσιμη και στην περίπτωση του φυσικού προσώπου που δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, ότι αποτρέπει την αφερεγγυότητα του.
Συμμετοχή του Κ.Ε.Α.Ο. σε σύμβαση αναδιάρθρωσης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη κατάργηση προηγούμενων ρυθμίσεων για τις οφειλές που υπάγονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.
Στην περίπτωση που δεν έχει γίνει αποδεκτή η πρόταση αναδιάρθρωσης που προέκυψε από το υπολογιστικό εργαλείο η συναίνεση του Κ.Ε.Α.Ο. τεκμαίρεται εφόσον:
- η προτεινόμενη αντιπρόταση των χρηματοδοτικών φορέων έχει εξασφαλίσει τη συναίνεση του οφειλέτη, την πλειοψηφία των χρηματοδοτικών φορέων και τουλάχιστον του ποσοστού των χρηματοδοτικών φορέων με ειδικό προνόμιο,
- διασφαλίζεται από το υπολογιστικό εργαλείο ότι η προτεινόμενη αντιπρόταση δεν επιφυλάσσει στο Δημόσιο ή στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης χειρότερη μεταχείριση από ό,τι θα ίσχυε σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και ότι η εφαρμογή της προτεινόμενης αντιπρότασης επιτρέπει τη βιώσιμη λειτουργία της επιχείρησης ή καθιστά αξιόχρεο τον οφειλέτη,
- ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του νόμου όπως αυτές αναφέρθηκαν στην ενότητα 8 της παρούσας,
- εφαρμόζονται επιπρόσθετα οι παρακάτω κανόνες:
i. Η διαγραφή βασικής οφειλής που ενδεχομένως προκύψει από την εφαρμογή των κανόνων δεν δύναται σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) επί της βασικής οφειλής, στην οποία δεν περιλαμβάνονται οφειλές από ασφαλιστικές εισφορές καθώς και από παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, που δεν υπόκεινται σε διαγραφή,
ii. ειδικά στην περίπτωση κατά την οποία η οφειλή προς το Δημόσιο προέρχεται από αυτοτελή πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τη Φορολογική Διοίκηση, δεν μπορεί να διαγραφεί ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό μεγαλύτερο από το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) επί της βασικής οφειλής.

9.2 Αποτελέσματα των συμβάσεων αναδιάρθρωσης οφειλών με τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και το Δημόσιο

Η χορήγηση της συναίνεσης του Κ.Ε.Α.Ο. ή του Δημοσίου και κατά συνέπεια η αποδοχή της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών επιφέρει συνέπειες ως προς το Κ.Ε.Α.Ο. και το Δημόσιο. Πιο συγκεκριμένα, ως προς το Κ.Ε.Α.Ο. ισχύουν τα κάτωθι:

- Από την ημερομηνία ισχύος της εγκεκριμένης σύμβασης αναδιάρθρωσης: α) αναστέλλονται η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις δόσεις της σύμβασης που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, β) αναστέλλεται η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α' 43) και του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α' 136) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με αυτά. Στην περίπτωση που έχει ξεκινήσει η εκτέλεση της ποινής τότε αυτή διακόπτεται, γ) κατά το χρονικό διάστημα αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα,

- Με την υπαγωγή στη ρύθμιση αναστέλλεται η παραγραφή των ρυθμιζόμενων οφειλών σε όλη τη διάρκεια της ρύθμισης και δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής,

- Για τη χορήγηση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας στον οφειλέτη εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν προς διαγραφή οφειλές, όπως αυτές προσδιορίζονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.

10. Απαλλαγή από την ευθύνη υπαλλήλου κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της σύμβασης αναδιάρθρωσης

Ο οφειλέτης, οι συμμετέχοντες πιστωτές, καθώς και οι υπάλληλοι των αρμοδίων υπηρεσιών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και του Δημοσίου, φέρουν υποχρέωση εχεμύθειας ως προς την ύπαρξη και το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων. Περαιτέρω, ο οφειλέτης και οι συμμετέχοντες πιστωτές υπέχουν καθήκον αληθείας και συμμετέχουν στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης με καλή πίστη. Η δημοσιοποίηση ή κάθε άλλη κοινοποίηση σε τρίτους εμπιστευτικών πληροφοριών ή πληροφοριών σχετικά με τις διαπραγματεύσεις, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συναίνεση του συνόλου των συμμετεχόντων στη διαπραγμάτευση απαγορεύεται.
Με την επιφύλαξη των άρθρων 235, 236, 237 και 237Β του Ποινικού Κώδικα για τη δωροδοκία, ουδείς υπάλληλος υπό την έννοια του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα υπέχει οποιαδήποτε αστική, ποινική ή πειθαρχική ευθύνη για την αποδοχή σύμβασης αναδιάρθρωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου ή για οποιαδήποτε ενέργεια σε υλοποίησή της ή σε αναγνώριση των νόμιμων συνεπειών της.
Επιπλέον, με την επιφύλαξη των άρθρων 235 και 236 του Ποινικού Κώδικα ουδείς υπάλληλος του δημόσιου τομέα υπό την έννοια του άρθρου 237Β του Ποινικού Κώδικα υπέχει οποιαδήποτε αστική, ποινική ή πειθαρχική ευθύνη για την υπογραφή ή αποδοχή της παραχθείσας από το υπολογιστικό εργαλείο συμφωνίας ή για την υπογραφή ή αποδοχή της προτεινόμενης αντιπρότασης των χρηματοδοτικών φορέων στο πλαίσιο της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών.

11. Ολοκλήρωση και απώλεια ρύθμισης

Ο οφειλέτης οφείλει να τηρεί τη ρύθμιση και να καταβάλλει το σύνολο των δόσεων σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Στην περίπτωση επιτυχούς ολοκλήρωσης της ρύθμισης με την καταβολή του συνόλου των δόσεων κάθε καταλαμβανόμενος πιστωτής παρέχει στον οφειλέτη πιστοποίηση της ρυθμισμένης απαίτησης του βάση της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Ουσιαστικά η πιστοποίηση αποτελεί τίτλο εξόφλησης της ρυθμισμένης οφειλής και τίτλο διαγραφής του ποσού που τυχόν διαγράφηκε από το σύνολο των απαιτήσεων του πιστωτή που καταλαμβάνονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Σε περίπτωση επίτευξης σύμβασης αναδιάρθρωσης εκδίδεται αυτοματοποιημένα από το σύστημα βεβαίωση περί επίτευξης της συμφωνίας σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 26 του νόμου. Στη βεβαίωση αυτή αναγράφονται τα συμβαλλόμενα μέρη, οι καταλαμβανόμενοι από τη σύμβαση πιστωτές, οι οφειλές και η συμφωνηθείσα ρύθμιση (δόσεις, χρόνος), ο χρόνος επίτευξης της σύμβασης αναδιάρθρωσης.

Η απώλεια της ρύθμισης επέρχεται μετά από καταγγελία της σύμβασης αναδιάρθρωσης από οποιονδήποτε καταλαμβανόμενο πιστωτή στις εξής περιπτώσεις: α) εάν δεν καταβληθεί ποσό που υπερβαίνει την αξία τριών (3) δόσεων της ρύθμισης, β) εάν το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση υπερβαίνει την αξία τουλάχιστον του τρία τοις εκατό (3%) του συνολικά οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με τη σύμβαση.

Η απώλεια της ρύθμισης έχει ως αποτελέσματα:
- την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης,
- την κατάσταση ως απαιτητού του συνόλου του υπολοίπου της οφειλής και των προηγούμενων προσαυξήσεων και τόκων,
- την επιδίωξη της είσπραξής της οφειλής με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα.

Οδηγίες σχετικά με τη διαχείριση των υποθέσεων Κ.Ε.Α.Ο. θα ακολουθήσουν με νεότερο έγγραφο μας.